Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Χειρουργώντας τους αρχαίους

Ένας απ’ τους μεγαλύτερους τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά ερευνητές περί των ελληνικών θεμάτων στην αρχαιότητα είναι ο J. – P. Vernant, ο οποίος έχοντας εκτελέσει το καθήκον του στο ακέραιο μας απέτεινε τον ύστατο χαιρετισμό εδώ και κάποια χρόνια. Η πνευματική παρακαταθήκη του γάλλου φιλέλληνα είναι κατά κοινή ομολογία αναντικατάστατη και πολύ σημαντική για κάποιον που επιθυμεί να κατανοήσει σε βάθος τον ελληνικό πολιτισμό. Προσφάτως έπεσε στα χέρια μου το “L’homme grec”, ένα βιβλίο, ένα συλλογικό έργο, του οποίου την διεύθυνση είχε αναλάβει ο εν λόγω ελληνιστής. Στην εισαγωγή του ο Vernant δίνει το στίγμα του, ως είθισται, λέγοντας ότι παρά τις όποιες διαφορές στην ταυτότητα του έλληνα – ανθρώπου αντίστοιχα με την χρονική περίοδο ή την γεωγραφική τοποθεσία υπάρχουν κάποια σημαντικά γνωρίσματα, ένας ακλόνητος πυρήνας που φανερώνει ότι γίνεται λόγος για το ίδιο πολιτισμικά άτομο. Παρά τις ιδιαιτερότητές τους λοιπόν ο έλληνας της γεωμετρικής περιόδου μάλλον ομοιάζει με τον έλληνα της κλασσικής, ο οποίος με την σειρά του ομοιάζει με τον έλληνα των ελληνιστικών χρόνων. Ασφαλώς και δεν μιλάμε για απόλυτη ταύτιση, κάτι που θα ήταν εντελώς παράλογο, καθώς οι κοινωνικό-πολιτικές συνθήκες μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια μεταβλήθηκαν ουκ ολίγες φορές, από τον μυκηναϊκό άνακτα στον βασιλιά των γεωμετρικών χρόνων κι απ’ την δημιουργία της αυτοδιοικούμενης πόλης – κράτους στην απώλεια της πολιτικής ανεξαρτησίας στην εποχή των ελληνιστικών βασιλείων. Στο έργο αυτό που παρουσιάζει πολλές πτυχές της ζωής των ελλήνων θα βρει ο ενδιαφερόμενος θέματα που συσχετίζονται με την οικονομία, την πολιτική, την κοινωνικότητα, τον πόλεμο αλλά και την εκπαίδευση. Μεταξύ των συγγραφέων, συγκαταλέγεται κι ο Mario Vegetti, για τον οποίο προσωπικά έχω αρχίσει να αναπτύσσω τα θερμότερα των συναισθημάτων, καθώς ο ιταλός μας γείτονας δείχνει να αντιλαμβάνεται σε καταπληκτικό βαθμό τους αρχαίους. Στο δικό του κείμενο αναλύει την σχέση του έλληνα με τους θεούς (L’homme et les dieux) και πραγματικά εντυπωσιάζει με την εμβάθυνση, την επιχειρηματολογία και την λογικότητα των όσων αναφέρει.
Σε πλήρη αντίθεση με τον ιταλό, ένας άλλος ερευνητής επονομαζόμενος James Redfield επιχειρεί κάπως αδέξια να παρουσιάσει την οικιακή ζωή του έλληνα (Homo Domesticus). Στην αρχή δηλώνει με έναν αφελή τρόπο ότι υπάρχει σημαντική έλλειψη δεδομένων που να αφορούν στην προσωπική ζωή του έλληνα, εντυπωσιασμένος μάλιστα απ’ την παντελή απουσία κειμένων συσχετιζόμενων με τον συζυγικό έρωτα ή τον έρωτα των δύο φύλων εν γένει. Στην πορεία, παρά την δραματική αυτή απουσία δεδομένων, προχωράει σε μία μετά χειρουργικής ακριβείας ανάλυση της αντίληψης του έλληνα περί του γάμου, μόνο που στο χειρουργείο ο ασθενής αποθνήσκει. Είναι δυνατόν να μην έχεις στοιχεία για ένα θέμα κι όμως να είσαι υπέρ το δέον αναλυτικός; Επιπλέον, μιλώντας για την οικιακή ζωή του έλληνα, γιατί να περιοριστούμε σ’ αυτό το θέμα; Για κάποιον λόγο που ο γράφων αυτές τις αράδες αγνοεί ο Redfield παραβλέπει τα δύο ανωτέρω προβλήματα, και καλά κάνει, εφόσον κάτι τέτοιο θέλει, και περιγράφει με έναν άψογο, γλαφυρότατο τρόπο τον γάμο στην αρχαία Ελλάδα. Μόνο που εκ παραδρομής κάπου σκόνταψε στον Μεσαίωνα. Ούτε λίγο ούτε πολύ απεφάνθη πως ο γάμος μεταξύ δύο νέων στην αρχαία Ελλάδα ήταν προϊόν συναλλαγής και κοινού οφέλους μεταξύ του πατέρα της ατυχήσασας και του νέου, ίσως κι αυτού ατυχήσαντος, εξαρτάται την νέα. Το βασικό του επιχείρημα και δεν αστειεύομαι διόλου προέρχεται απ’ τον Ηρόδοτο και την κόρη του Αστυάγη, που ερωτεύθηκε πέρση απογοητεύοντας πλήρως τον μήδο πατέρα. Άψογα. Οι αρχαίοι παντρεύονταν από συμφέρον, γιατί ο Ηρόδοτος αναφέρει μια σχετική ιστορία περί περσών και μήδων. Ο Redfield εδώ αγνοεί επιδεικτικά ένα τόνο βιβλιογραφίας και σχετικών αποσπασμάτων. Όταν ο Τυνδάρεως κάλεσε στην Σπάρτη τους Αχαιούς βασιλείς, η Ελένη, αυτή που τους άναψε φωτιές αργότερα, ήταν αυτή που επέλεξε τον σύζυγό της, αδιαφορώντας για τα πλούτη και την δόξα πολλών βασιλέων, διαλέγοντας τον Μενέλαο, αδερφό του Αγαμέμνονα, ο οποίος «άριστος» μεν, δίχως βασίλειο δε. Η Ιλιάς κι η Οδύσσεια είναι δύο έπη, γεμάτα με πληθώρα στοιχείων περί του συζυγικού έρωτα. Ο μύθος του Φιλήμονος και της Βαύκιδος επίσης μας αποκαλύπτει την ομορφιά της συζυγικής σχέσης. Αφήνοντας τους μύθους και την επική παράδοση και περνώντας σε πιο ξεκάθαρες εποχές, εν τάχει θυμάμαι την ευριπίδεια τραγωδία «Άλκηστις», στην οποία ο εκθειάζεται ο συζυγικός έρωτας, αλλά και τα δύο Συμπόσια, το ένα του Ξενοφώντα και το άλλο του Πλάτωνα (αν και στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, η ανάλυση περί Έρωτος περνάει κλιμακωτά σε ανώτερες διαστάσεις). Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει κι η διασωθείσα επιστολή - παραμυθητικός του Πλουτάρχου προς την σύζυγό του, όπου δεικνύει όλο το βάθος των συναισθημάτων του προς αυτήν άμα τη απωλεία της ολιγόχρονης κόρης τους. Σε έργο του ιδίου, τον Ερωτικό, αναπτύσσονται τα περί του φτερωτού θεού με φόντο την «απαγωγή» ενός νέου από μία μεγαλύτερης ηλικίας και πλούσιας γυναίκας, απαγωγή στην οποία συμμετείχε ενεργά ο απαχθείς… Εν ολίγοις, αδυνατώ να κατανοήσω τον Redfield και τις θέσεις του πάνω στο ζήτημα. Όχι, όταν έχουμε άφθονη βιβλιογραφία, που αποδεικνύει πως κι ο Έρωτας έπαιζε τον ρόλο του στους γάμους. Δεν μπορώ φυσικά και να ισχυρισθώ πως δεν υπήρξαν γάμοι συμφέροντος. Σαφώς και θα υπήρξαν, ουδείς εχέφρων δύναται να μιλήσει περί του αντιθέτου.
Πού θέλω να καταλήξω επί του παρόντος; Στο ότι οι αρχαίοι δεν παντρεύονταν από συμφέρον; Στο ότι ο Έρωτας ήταν το σημαντικότερο στοιχείο ως προς την επιλογή συζύγου; Τίποτε απ’ τα δύο. Απλά ήθελα να πω πως ο Redfield και μια αναρίθμητη πλειάδα λοιπών μελετητών αστοχεί και μάλιστα για τα καλά. Τουλάχιστον κατά την ταπεινή και περιφρονημένη μου άποψη. Άρα; Άρα, όποιος ενδιαφέρεται, ας μελετήσει την ελληνική γραμματεία, κι ας λάβει μια δεύτερη γνώμη έχοντας πρωτίστως διαμορφώσει μια τεκμηριωμένη άποψη περί της ελληνικής κουλτούρας.

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Θηρεύοντας τον κύκνο

Πρέπει να είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να διαφωνήσει κανείς με την De Romilly ως προς την τοποθέτησή της σχετικά με την κλασσική φιλοσοφία. Παραφράζοντας ελαφρώς την γαλλίδα ελληνίστρια, στην πραγματεία της περί των μεγάλων σοφιστών της Αθήνας (Les Grands Sophistes dans l’Athènes de Périclès) αναφέρει ότι μελετώντας την περίοδο αυτή αναγκαστικά θα σκοντάψεις πάνω στην φιλοσοφία της. Αναγκαστικά, προσθέτω, θα σκοντάψεις πάνω στον Πλάτωνα. Αγέρωχος και πάντα νέος θα στέκει εκεί αμετάβλητος κι ελκυστικός προκαλώντας τον οποιονδήποτε να τον γνωρίσει, να τον λατρέψει, να τον μισήσει, να τον ακολουθήσει, να τον απορρίψει αλλά ποτέ να τον αγνοήσει. Έτσι είναι ο «Πατέρας της Φιλοσοφίας» όπως με πολύ θράσος τον αποκαλεί ο αναγεννησιακός Marsilio Ficino στην Theologia Platonica του. Έτσι συμπεριφέρεται αιώνες τώρα, περίπου 2.5 χιλιάδες έτη μετά τον θάνατό του. Ανυπόφορος άνθρωπος. Συνεχίζει να «παιδεύει» την ανθρώπινη σκέψη μέχρι και τώρα. Γι’ αυτό άλλωστε κι ο πολύς Whitehead δήλωσε με ακόμη περισσότερο θράσος απ’ τον Ficino ότι η ιστορία της Ευρωπαϊκής σκέψης είναι ένα σύνολο υποσημειώσεων στην φιλοσοφία του Πλάτωνα (Process and Reality). Εδώ δυσκολεύουν αρκετά τα πράγματα. Ισχύει άραγε κάτι τέτοιο; Θα ήταν μάλλον λάθος να αντιληφθούμε κυριολεκτικά την ρήση του Whitehead, αλλά μου φαίνεται αρκετά λογικό να αποδεχτούμε το αναντίρρητο γεγονός ότι κάθε φιλόσοφος προτού πει «τα δικά του», πρέπει να συμβουλευτεί τον Αθηναίο. Κι ας τον απορρίψει μετά, όπως έκανε άλλωστε – ή προσπάθησε να κάνει σύμφωνα με τις κακές γλώσσες – ένας εκ των ευφυέστερων μαθητών του, ο Αριστοτέλης. Στα «ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ», το οποίο δυστυχώς μέχρι στιγμής έχει εκδοθεί μόνο από ξένους εκδοτικούς οίκους, ο Ολυμπιόδωρος ή κάποιος άγνωστος νεοπλατωνικός φιλόσοφος παραδίδει ότι ο Πλάτων προτού πεθάνει είδε ένα όνειρο. Πολλοί κυνηγοί προσπαθούσαν να αιχμαλωτίσουν έναν κύκνο, ο οποίος όμως ήταν αρκετά άτακτος και πηδώντας από δέντρο σε δέντρο διέφευγε της σύλληψης. Ο Σιμμίας, έτερος ακόλουθος του Σωκράτη, ακούγοντας το όνειρο έδωσε την εξήγησή του. Πολλοί θα προσπαθούσαν να συλλάβουν την διάνοια, την σκέψη του Πλάτωνα, αλλά κανείς δεν θα μπορούσε να το κάνει επαρκώς. Αντιθέτως, κατά το δοκούν θα εξηγούσε ο κάθε «κυνηγός» την φιλοσοφία του «άτιμου» αυτού άνδρα. Κύκνος ασύλληπτος λοιπόν ο Πλάτων. Περί του συμβολισμού του κύκνου, την ευστάθεια της ιστορίας αυτής και διαφόρων τέτοιων ζητημάτων, δεν θα γίνει λόγος. Θα γίνει λόγος όμως για το ότι η παράδοση αυτή είχε τελικά βάση, γιατί αυτό συμβαίνει στην πραγματικότητα ακόμη και τώρα. Ατελείωτη η λίστα με τους μνηστήρες, αλλά η Πηνελόπη αρνείται πεισματικά με τεχνάσματα να παραδοθεί σε κανέναν πλην του νομίμου συζύγου, Οδυσσέα. Ατελείωτη η λίστα με τους φιλοσόφους, ιστορικούς της φιλοσοφίας, σοφιστές, διανοούμενους, λογίους και λοιπούς – λοιπούς ευγενέστατους κυρίους (και κυρίες) που προσπαθούν εναγωνίως να εξηγήσουν τον Πλάτωνα. Η συντριπτική πλειοψηφία δε (κι εκεί έγκειται το πραγματικό αστείο) θεωρεί ότι έχει αποκαλύψει τα του Πλάτωνος. Οι πραγματικοί «εμμανέστατοι Πλάτωνος εραστές» όμως (μου διαφεύγει ποιος χαρακτήρισε έτσι τους λάτρεις του φιλοσόφου) ξέρουν καλύτερα. Επί της ουσίας, φαίνεται ότι όλοι θέλουν ένα κομμάτι απ’ τον Πλάτωνα. Η κοινοκτημοσύνη των φυλάκων της Πολιτείας, η οντολογική του προσέγγιση κι η αναγωγή προς το Εν / Αγαθόν, ο ασύγκριτος ορθολογισμός του, η αγάπη του προς τα μυθολογικά σχήματα, οι κατηγορίες του προς τους ποιητές, η αντιπάθεια του προς το δημοκρατικό πολίτευμα δίνουν σε πολλούς την δυνατότητα να οικειοποιηθούν το όλον του Πλάτωνα. Οπαδοί απολυταρχικών καθεστώτων, δογματικοί ορθολογιστές (ναι, υπάρχει κι αυτή η φυλή), θεοκράτες έχουν κρυφτεί πίσω απ’ τον Πλάτωνα, για να καλύψουν τις δικές τους ιδέες πίσω απ’ την κακώς εννοούμενη επί του παρόντος μεγάλη αυθεντία του Πλάτωνα. Πώς αλλιώς να κάνουμε; Όταν ένα δέντρο είναι τεράστιο, έχει μεγάλο ίσκιο και κρύβονται πολλοί σ’ αυτόν. Αξιόλογο το σχόλιο των Copenhaver/Schmitt,το οποίο παραθέτω αυτούσιο: «Ο Πλατωνισμός φάνηκε τόσο πρόσφορος για τις χριστιανικές διδασκαλίες της κτίσεως, της αθανασίας και της μετά θάνατον ζωής, ώστε οι πατέρες της εκκλησίας να κάνουν την παράδοξη φιλοφρόνηση στον Πλάτωνα, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος είχε κλέψει τις ιδέες του απ’ τον Μωυσή κι άλλους σοφούς της Βίβλου» (Η Φιλοσοφία της Αναγέννησης). Όπως είπαμε. Όλοι θέλουν ένα κομμάτι απ’ τον Πλάτωνα, μία ταύτιση, μία αναγνώριση. Όπως επίσης, πολλοί θέλουν και το αντίθετο. Να δείξουν το πόσο λάθος ήταν, το πόσο υπερεκτιμημένος είναι καθώς και το πόσο παρωχημένος πρέπει να θεωρείται. Αρκετά όμως με όλα αυτά.
Καλό είναι να πραγματευτούμε κάτι άλλο εν τάχει. Το πως κατανοούμε τον Πλάτωνα. Υπόψιν, δεν ισχυρίζομαι ότι εγώ κατέχω τον Πλάτωνα. Ομολογώ ότι την πρώτη φορά που ολοκλήρωσα το διάβασμα (κι όχι την ενδελεχή μελέτη) των διαλόγων του, ένιωσα τόσο υπερήφανος που «γνώριζα» τον Πλάτωνα. Με τον καιρό μου πέρασε. Κατάλαβα ότι έχουμε μπλέξει με τον άνθρωπο. Πώς ξεμπλέκουμε; Αυτό είναι μεγάλη ιστορία. Καταρχάς, απαραίτητο είναι να μελετηθούν οι διάλογοί του κι όχι κάποιοι σύγχρονοι και μη ερμηνευτές του, οι οποίοι ως άλλοι σοφιστές έρχονται να αποδείξουν ότι ο Ήλιος βγαίνει το βράδυ ή ότι η μύγα είναι οικόσιτο έντομο. Κι εκεί που αρχίζει το πελάγωμα, έρχονται προς επίρρωση του ηθικού των μελετητών κάποιοι έξοχοι πλατωνικοί φιλόσοφοι (πολλών περιόδων, Ακαδημία, Μέση Ακαδημία, Νεοπλατωνικοί), προκειμένου να βοηθήσουν. Θα μπορούσαν να προταθούν πολλοί, αλλά είναι προτιμότεροι οι πλέον προσιτοί, όπως ο Πλούταρχος με τα «Ηθικά» του. Αξιόλογος είναι κι ο «Διδακτικός» του Αλβίνου ή Αλκίνοου, όπου παρατίθενται με απλό τρόπο οι βασικές του θέσεις. Με εξαιρετικό σεβασμό θα ήθελα να προσθέσω στην λίστα και τον μεγάλο Thomas Taylor. Αυτός ο Βρετανός αποτελεί τον γνησιότερο πλατωνικό των τελευταίων αιώνων και το εισαγωγικό του έργο «Introduction to the Philosophy and Writings of Plato» χάρμα οφθαλμών και διανοίας για κάθε φίλο του Αθηναίου.
Τελειώνοντας το κείμενο αυτό, θα ήθελα μόνο να προσθέσω και το εξής απλό. Δεν χρειάζεται να θέλει κάποιος να γίνει φιλόσοφος και δη πλατωνικός, για να διαβάσει τον Πλάτωνα. Λογική, διαλεκτική, αφαιρετική – αποκλίνουσα σκέψη είναι μερικά απ’ τα οφέλη που συναντάς στο έργο του. Θα συμφωνήσω με τον MacLennan που λέει ότι πίσω από κάθε μεγάλη ανακάλυψη του ανθρώπου, κρύβεται ο μηχανισμός σκέψης του μεγάλου Αθηναίου.

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

Σκέψεις για την αναγέννηση του δυτικού ανθρώπου

Η Αναγέννηση δυστυχώς ποτέ δεν ολοκληρώθηκε και το στοίχημά της φυσικά δεν κερδήθηκε. Ποιος ήταν ο σκοπός της; Η σύνδεση του παλιού με το νέο, του παρελθόντος με το παρόν αλλά κυρίως με το μέλλον, κάτι που απλώς δεν συνέβη ποτέ, καθώς ο παλαιός άνθρωπος δεν συναντήθηκε ποτέ με τον νέο. Αυτή η αποτυχία σύζευξης προφανώς οφείλεται στους κατακερματισμένους δεσμούς με την αρχαιότητα, σε τέτοιο σημείο που να θυμίζει καταστάσεις αμνησίας, σαν να υπάρχει ένα τεράστιο κενό μνήμης για μια μεγάλη χρονικά περίοδο της ζωής μας. Σαν να μου έλειπε μία ολόκληρη εικοσαετία από το μνημονικό μου και οι μόνες πληροφορίες που θα είχα ο ίδιος για την ζωή μου, θα ήταν κάτι παλιές ξεθωριασμένες φωτογραφίες, όπως επίσης κάποιες ξεχαρβαλωμένες κι αναμασημένες διηγήσεις τρίτων. Δεν θα ήταν φοβερό; Ασφαλώς και θα ήταν. Ο δυτικός άνθρωπος είχε την ατυχία να μην εκπαιδευτεί από τα λάθη των αρχαίων, αλλά ακόμη χειρότερα είχε την δυστυχία να μην παιδευτεί από την σοφία τους. Κι έτσι ξεκίνησε σχεδόν από την αρχή, ξανακάνοντας τα ίδια λάθη κι ακόμη μεγαλύτερα. Ο Πολύβιος είχε δίκιο. Η ιστορία σου διδάσκει πώς να αποφύγεις τα λάθη του παρελθόντος. Η άλλη επιλογή είναι να κάνεις με την ησυχία σου, όποια ανοησία σου φαίνεται λογική και να αναγκαστείς να μάθεις με τον δύσκολο τρόπο, ενώ υπήρχε ο απείρως πιο εύκολος. Ας είναι. Ο δυτικός άνθρωπος έπρεπε να εφεύρει εκ νέου τον τροχό. Φαίνεται ότι ήταν βαθύτατη εσωτερική ανάγκη του συλλογικού ασυνειδήτου να πέσει σε έναν βαθύτατο λήθαργο πολλών αιώνων, από τον οποίον, ας μην κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας, δεν έχουμε εγερθεί. Καλός είναι ο ύπνος, αλλά οι πολλές ώρες είναι αν μη τι άλλο βλαβερές. Καίγεται ο εγκέφαλος, ο οποίος μάλλον είναι χρήσιμος, αν κι έχουμε λησμονήσει τις οδηγίες χρήσης του προ πολλού. Δεν είμαι επαγγελματίας πεσιμιστής, ούτε μου αρέσει να κολυμπώ στα ρηχά νερά της λασπώδους απαισιοδοξίας. Θεωρώ ότι το μέλλον ανήκει στον άνθρωπο κι ότι αυτές οι τάσεις παλιμπαιδισμού, τις οποίες επιδεικνύει αρκετούς αιώνες τώρα, είναι παροδικές. Ως προς τον δυτικό άνθρωπο δε, είμαι πεπεισμένος σθεναρά πως δεν έχει ωριμάσει ακόμη. Το έκανε κάποτε, του φάνηκε πως έγινε νωρίς και αποφάσισε ότι ήταν καλύτερο να το διασκεδάσει λίγο ακόμη, προτού αναλάβει δράση και πάλι, προτού αποφασίσει να πάρει την ζωή πραγματικά στα χέρια του. Η κουλτούρα των αρχαίων δυτικών πολιτισμών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και διάφοροι άγνωστοι σε μας, καταφέρνει να διατηρείται επίκαιρη και χρήσιμη, γεγονός που αποδεικνύει ένα μόνο πράγμα. Δεν τους έχουμε ξεπεράσει. Τους χρειαζόμαστε, μας διδάσκουν ακόμη. Αυτά μπορώ να σκεφτώ. Πέραν από τυφλές και μονόχνοτες προσεγγίσεις, στείρες αναπαραγωγές και ψευδό-ηθικοπλαστικές προσταγές, οι αρχαίοι είναι δεν είναι και τόσο αρχαίοι. Οι κομμένοι δίαυλοι με εκείνον τον πολιτισμό, εκείνη την νοοτροπία, δεν μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε σε βάθος ή μάλλον να κατανοήσουμε το βάθος τους. Απόδειξη για αυτό που λέω, προφανώς δεν έχω, αλλά μία καλή ένδειξη της αδυναμίας μας είναι οι ανούσιες, επιδερμικές και συνάμα αναρίθμητες προσεγγίσεις επί προσεγγίσεων σχετικά με αυτά τα ζητήματα. Αν μπορείς να καταλάβεις κάποιον, δεν χρειάζεσαι τόσες πολλές προσεγγίσεις, χρειάζεσαι μόνο μία. Την σωστή, η οποία μας λείπει τόσο πολύ, όσο το φως σε αυτόν που έχει χάσει το φως του. Δεν είμαι κατά της πολυφωνίας, αν αυτό αντιλαμβάνεστε. Καλή είναι η πολυφωνία, αρκεί να παράγεται κάτι από αυτό, αν όχι αρμονικό, έστω δημιουργικό κατά κάποια έννοια. Ούτε προάγω τον στείρο δογματισμό και την ορθή δόξα. Αυτό είπαν οι αρχαίοι, πάει και τελείωσε. Δεν θα τολμούσα να κάνω κάτι τέτοιο. Τουλάχιστον ύβρις μου φαντάζει μία τέτοια απόλυτη θέση. Η ουσία είναι ότι αδυνατούμε να τους νοιώσουμε, όπως πολύ εύστοχα το είχε θέσει και η V. Woolf στο πανέμορφο δοκίμιο της “On not knowing the Greeks”. Δεν τους ξέρουμε τους Έλληνες, ούτε και τους Ρωμαίους, δεν τους κατανοούμε.
Καθώς η μηχανή του χρόνου δεν έχει εφευρεθεί ακόμη (ευτυχώς δηλαδή), τι μας μένει; Να τα βάψουμε μαύρα ή να αναθαρρήσουμε; Να θεωρήσουμε δεδομένο ότι ο δυτικός άνθρωπος έχει χάσει για πάντα αυτήν την περίοδο από την μνήμη του; Σας είπα ότι δεν είμαι απαισιόδοξος. Θέλω να πιστεύω ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε εκ νέου δεσμούς με αυτήν την εποχή. Μπορούμε να κερδίσουμε το στοίχημα και να ολοκληρώσουμε αυτό που η Αναγέννηση άφησε ημιτελές. Η “Restauratio Antiquitatis” είναι εκεί και μας περιμένει. Απορίας άξιο, πώς γίνεται αυτό; Πώς γίνεται να θυμηθείς; Δεν χρησιμοποίησα τυχαία το ρήμα "θυμάμαι" στην προηγούμενη ερωτηματική πρόταση. Όχημα της σκέψης του δυτικού ανθρώπου ήταν, είναι και θα είναι ο ελληνορωμαϊκός λόγος. Είναι πολύ βαθιά ριζωμένη μέσα μας εκείνη η κουλτούρα, που αδυνατεί αυτήν την στιγμή να βγει στην επιφάνεια. Είναι μέρος της συνείδησής μας αυτή η κουλτούρα και για αυτό δεν μπορούμε να συμφιλιωθούμε με τον ίδιο μας τον εαυτό, τον οποίο έχουμε κατακερματίσει μη αποδεχόμενοι το παρελθόν μας.