Ένας απ’ τους μεγαλύτερους τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά ερευνητές περί των ελληνικών θεμάτων στην αρχαιότητα είναι ο J. – P. Vernant, ο οποίος έχοντας εκτελέσει το καθήκον του στο ακέραιο μας απέτεινε τον ύστατο χαιρετισμό εδώ και κάποια χρόνια. Η πνευματική παρακαταθήκη του γάλλου φιλέλληνα είναι κατά κοινή ομολογία αναντικατάστατη και πολύ σημαντική για κάποιον που επιθυμεί να κατανοήσει σε βάθος τον ελληνικό πολιτισμό. Προσφάτως έπεσε στα χέρια μου το “L’homme grec”, ένα βιβλίο, ένα συλλογικό έργο, του οποίου την διεύθυνση είχε αναλάβει ο εν λόγω ελληνιστής. Στην εισαγωγή του ο Vernant δίνει το στίγμα του, ως είθισται, λέγοντας ότι παρά τις όποιες διαφορές στην ταυτότητα του έλληνα – ανθρώπου αντίστοιχα με την χρονική περίοδο ή την γεωγραφική τοποθεσία υπάρχουν κάποια σημαντικά γνωρίσματα, ένας ακλόνητος πυρήνας που φανερώνει ότι γίνεται λόγος για το ίδιο πολιτισμικά άτομο. Παρά τις ιδιαιτερότητές τους λοιπόν ο έλληνας της γεωμετρικής περιόδου μάλλον ομοιάζει με τον έλληνα της κλασσικής, ο οποίος με την σειρά του ομοιάζει με τον έλληνα των ελληνιστικών χρόνων. Ασφαλώς και δεν μιλάμε για απόλυτη ταύτιση, κάτι που θα ήταν εντελώς παράλογο, καθώς οι κοινωνικό-πολιτικές συνθήκες μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια μεταβλήθηκαν ουκ ολίγες φορές, από τον μυκηναϊκό άνακτα στον βασιλιά των γεωμετρικών χρόνων κι απ’ την δημιουργία της αυτοδιοικούμενης πόλης – κράτους στην απώλεια της πολιτικής ανεξαρτησίας στην εποχή των ελληνιστικών βασιλείων. Στο έργο αυτό που παρουσιάζει πολλές πτυχές της ζωής των ελλήνων θα βρει ο ενδιαφερόμενος θέματα που συσχετίζονται με την οικονομία, την πολιτική, την κοινωνικότητα, τον πόλεμο αλλά και την εκπαίδευση. Μεταξύ των συγγραφέων, συγκαταλέγεται κι ο Mario Vegetti, για τον οποίο προσωπικά έχω αρχίσει να αναπτύσσω τα θερμότερα των συναισθημάτων, καθώς ο ιταλός μας γείτονας δείχνει να αντιλαμβάνεται σε καταπληκτικό βαθμό τους αρχαίους. Στο δικό του κείμενο αναλύει την σχέση του έλληνα με τους θεούς (L’homme et les dieux) και πραγματικά εντυπωσιάζει με την εμβάθυνση, την επιχειρηματολογία και την λογικότητα των όσων αναφέρει.
Σε πλήρη αντίθεση με τον ιταλό, ένας άλλος ερευνητής επονομαζόμενος James Redfield επιχειρεί κάπως αδέξια να παρουσιάσει την οικιακή ζωή του έλληνα (Homo Domesticus). Στην αρχή δηλώνει με έναν αφελή τρόπο ότι υπάρχει σημαντική έλλειψη δεδομένων που να αφορούν στην προσωπική ζωή του έλληνα, εντυπωσιασμένος μάλιστα απ’ την παντελή απουσία κειμένων συσχετιζόμενων με τον συζυγικό έρωτα ή τον έρωτα των δύο φύλων εν γένει. Στην πορεία, παρά την δραματική αυτή απουσία δεδομένων, προχωράει σε μία μετά χειρουργικής ακριβείας ανάλυση της αντίληψης του έλληνα περί του γάμου, μόνο που στο χειρουργείο ο ασθενής αποθνήσκει. Είναι δυνατόν να μην έχεις στοιχεία για ένα θέμα κι όμως να είσαι υπέρ το δέον αναλυτικός; Επιπλέον, μιλώντας για την οικιακή ζωή του έλληνα, γιατί να περιοριστούμε σ’ αυτό το θέμα; Για κάποιον λόγο που ο γράφων αυτές τις αράδες αγνοεί ο Redfield παραβλέπει τα δύο ανωτέρω προβλήματα, και καλά κάνει, εφόσον κάτι τέτοιο θέλει, και περιγράφει με έναν άψογο, γλαφυρότατο τρόπο τον γάμο στην αρχαία Ελλάδα. Μόνο που εκ παραδρομής κάπου σκόνταψε στον Μεσαίωνα. Ούτε λίγο ούτε πολύ απεφάνθη πως ο γάμος μεταξύ δύο νέων στην αρχαία Ελλάδα ήταν προϊόν συναλλαγής και κοινού οφέλους μεταξύ του πατέρα της ατυχήσασας και του νέου, ίσως κι αυτού ατυχήσαντος, εξαρτάται την νέα. Το βασικό του επιχείρημα και δεν αστειεύομαι διόλου προέρχεται απ’ τον Ηρόδοτο και την κόρη του Αστυάγη, που ερωτεύθηκε πέρση απογοητεύοντας πλήρως τον μήδο πατέρα. Άψογα. Οι αρχαίοι παντρεύονταν από συμφέρον, γιατί ο Ηρόδοτος αναφέρει μια σχετική ιστορία περί περσών και μήδων. Ο Redfield εδώ αγνοεί επιδεικτικά ένα τόνο βιβλιογραφίας και σχετικών αποσπασμάτων. Όταν ο Τυνδάρεως κάλεσε στην Σπάρτη τους Αχαιούς βασιλείς, η Ελένη, αυτή που τους άναψε φωτιές αργότερα, ήταν αυτή που επέλεξε τον σύζυγό της, αδιαφορώντας για τα πλούτη και την δόξα πολλών βασιλέων, διαλέγοντας τον Μενέλαο, αδερφό του Αγαμέμνονα, ο οποίος «άριστος» μεν, δίχως βασίλειο δε. Η Ιλιάς κι η Οδύσσεια είναι δύο έπη, γεμάτα με πληθώρα στοιχείων περί του συζυγικού έρωτα. Ο μύθος του Φιλήμονος και της Βαύκιδος επίσης μας αποκαλύπτει την ομορφιά της συζυγικής σχέσης. Αφήνοντας τους μύθους και την επική παράδοση και περνώντας σε πιο ξεκάθαρες εποχές, εν τάχει θυμάμαι την ευριπίδεια τραγωδία «Άλκηστις», στην οποία ο εκθειάζεται ο συζυγικός έρωτας, αλλά και τα δύο Συμπόσια, το ένα του Ξενοφώντα και το άλλο του Πλάτωνα (αν και στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, η ανάλυση περί Έρωτος περνάει κλιμακωτά σε ανώτερες διαστάσεις). Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει κι η διασωθείσα επιστολή - παραμυθητικός του Πλουτάρχου προς την σύζυγό του, όπου δεικνύει όλο το βάθος των συναισθημάτων του προς αυτήν άμα τη απωλεία της ολιγόχρονης κόρης τους. Σε έργο του ιδίου, τον Ερωτικό, αναπτύσσονται τα περί του φτερωτού θεού με φόντο την «απαγωγή» ενός νέου από μία μεγαλύτερης ηλικίας και πλούσιας γυναίκας, απαγωγή στην οποία συμμετείχε ενεργά ο απαχθείς… Εν ολίγοις, αδυνατώ να κατανοήσω τον Redfield και τις θέσεις του πάνω στο ζήτημα. Όχι, όταν έχουμε άφθονη βιβλιογραφία, που αποδεικνύει πως κι ο Έρωτας έπαιζε τον ρόλο του στους γάμους. Δεν μπορώ φυσικά και να ισχυρισθώ πως δεν υπήρξαν γάμοι συμφέροντος. Σαφώς και θα υπήρξαν, ουδείς εχέφρων δύναται να μιλήσει περί του αντιθέτου.
Πού θέλω να καταλήξω επί του παρόντος; Στο ότι οι αρχαίοι δεν παντρεύονταν από συμφέρον; Στο ότι ο Έρωτας ήταν το σημαντικότερο στοιχείο ως προς την επιλογή συζύγου; Τίποτε απ’ τα δύο. Απλά ήθελα να πω πως ο Redfield και μια αναρίθμητη πλειάδα λοιπών μελετητών αστοχεί και μάλιστα για τα καλά. Τουλάχιστον κατά την ταπεινή και περιφρονημένη μου άποψη. Άρα; Άρα, όποιος ενδιαφέρεται, ας μελετήσει την ελληνική γραμματεία, κι ας λάβει μια δεύτερη γνώμη έχοντας πρωτίστως διαμορφώσει μια τεκμηριωμένη άποψη περί της ελληνικής κουλτούρας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου